Ένα από τα πιο συχνά προβλήματα σε νέες τοιχοποιίες είναι το ξεθώριασμα και η πλήρης αλλοίωση του φιλμ της βαφής. Το φαινόμενο εμφανίζεται σχετικά γρήγορα και δίνει την εικόνα κακής ποιότητας χρώματος, ενώ στην πραγματικότητα η αιτία συνήθως βρίσκεται αλλού.
Το πρόβλημα
Σε νέα τοιχοποιία, το χρώμα που δεν είναι ανθεκτικό στα αλκάλια μπορεί να υποστεί έντονο ξεθώριασμα και να αλλοιωθεί πλήρως. Η επιφάνεια χάνει την ομοιομορφία της και το τελικό αποτέλεσμα δείχνει φθαρμένο, ακόμη κι αν η βαφή είναι πρόσφατη.
Πιθανές αιτίες
Η πιο συνηθισμένη αιτία είναι η κακή προεργασία της επιφάνειας. Οι νέοι σοβάδες και τα μπετά έχουν υψηλή αλκαλικότητα και χρειάζονται χρόνο για να «ωριμάσουν». Όταν η βαφή γίνει νωρίτερα από το προβλεπόμενο διάστημα, το αλκαλικό υπόστρωμα επιτίθεται στο φιλμ του χρώματος.
Ένα δεύτερο συχνό λάθος είναι η απουσία ασταρώματος ή η χρήση ακατάλληλου ασταριού. Χωρίς σωστό αστάρι, το χρώμα δεν προστατεύεται από την αλκαλικότητα της επιφάνειας και δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά.
Η σωστή λύση
Οι νέες επιφάνειες τοιχοποιίας πρέπει να αφήνονται να στεγνώσουν τουλάχιστον 30 ημέρες πριν τη βαφή. Το διάστημα αυτό μπορεί να αυξηθεί, ανάλογα με τις συνθήκες, όπως υψηλή υγρασία ή συχνές βροχοπτώσεις. Αξίζει να γνωρίζετε ότι η πλήρης ωρίμανση ενός νέου σοβά μπορεί να διαρκέσει έως και έναν χρόνο.
Πριν από τη βαφή, είναι απαραίτητη η εφαρμογή ασταριού ανθεκτικού σε υψηλή αλκαλικότητα, ώστε να «μπλοκάρει» τα άλατα και να προστατεύσει το τελικό χρώμα.
Σε επιφάνειες όπου το πρόβλημα έχει ήδη εμφανιστεί, η σωστή διαδικασία είναι πρώτα η αφαίρεση του αλλοιωμένου φιλμ. Στη συνέχεια εφαρμόζεται κατάλληλο αστάρι και ακολουθεί η τελική βαφή με προϊόν κατάλληλο για τέτοιες συνθήκες.
Συμπέρασμα
Το ξεθώριασμα σε νέα τοιχοποιία σπάνια οφείλεται μόνο στο χρώμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αποτέλεσμα βιασύνης ή ελλιπούς προετοιμασίας. Με τον σωστό χρόνο αναμονής, το κατάλληλο αστάρι και τη σωστή επιλογή υλικών, το αποτέλεσμα παραμένει σταθερό και ανθεκτικό στον χρόνο.
